Αναρτήθηκε από: papailias | 8 Ιουλίου 2010

παιδικές αναμνήσεις…

σαν τους Παπούα

Αν την εποχή της παιδικής μου ηλικίας υπήρχαν φωτογράφοι και μας φωτογράφιζαν, όπως κι όλα τα παιδιά του χωριού κι όλων των χωριών, δε θα διαφέραμε απ’ τα παιδιά Των Παπούα ή και κάποιων άλλων πιο καθυστερημένων κατοίκων της Αφρικής.
Όταν βλέπω φωτογραφίες αφρικανοπαίδων ζωντανεύουν οι εικόνες της παιδικής μου ηλικίας.
Μέχρι 6-7 χρονών ήμασταν ξεβράκωτα, μ’ ένα πουκάμισο από χοντροπάνι που το ’ραβε η μάννα μας με ράμματα και μας κούμπωνε πάλι με ράμματα.
Απέξω ένα φουστάνι μάλλινο, καμωμένο απ’ τα παλιά φουστάνια των μαννάδων μας, τα μονόκλωνα, όπως τα ’λεγαν.
Το χειμώνα μας έκαναν ένα σακκάκι και πάλι από το ίδιο ύφασμα, που πάλι ο ίδιος ράφτης- η μάννα μας- τα ’ραβε.
Τα ρούχα μας τα βάζαμε σαν η γίδα το τομάρι. Τα ίδια μέρα τα ίδια νύχτα. Τα ίδια χειμώνα και καλοκαίρι.
Πολλές φορές τις μεγάλες νύχτες κατουριόμουν. Μούσκευαν τα ρούχα και το πρωί στέγνωναν στη φωτιά. Μύριζαν όμως κατουρίλας.
Όχι βέβαια μόνο εγώ. Όλα τα παιδιά το ίδιο παθαίναμε.
Είχαμε και δίκιο. Από το σούρουπο μας έβαζαν για ύπνο. Στη φωτιά έπρεπε να καθίσουν οι μεγάλοι δεν χωρούσαμε όλοι.
Οι πρώτες χαρές μου (από ποδεσιά) ήταν, όταν σε ηλικία πέντε χρονών- ίσα, που το θυμάμαι-το βράδυ τα Χριστούγεννα με πήγαινε στα χέρια στην εκκλησία μια αδερφή της μάνας μου-μακαρίτισσα πια- η Ελένη. Και τότε για πρώτη φορά φόρεσα γουρουνοτσάρουχα, μ’ όλες τις γουρουνότριχες.
Αν και γλίτσιαζαν τα τσουραπάκια, που φορούσα, απ’ το λίπος, που ’χε τογουρουνοτόμαρο, είχα μεγάλη χαρά.

στα Μαγγανάρια

Σε ηλικία έξι χρονών με είχαν πάρει οι γονείς μου στα χειμαδιά, προς την Τριχωνίδα. Μαγγανάρια λέγονταν η τοποθεσία κι ήταν δίπλα στο Ζέρβα, παραπόταμο του Αχελώου.
Εκεί τους βοηθούσα στα πρόβατα. Μάζευα όλη μέρα μποβόλια (=σαλιγκάρια). Τα ’βαζα στις τσέπες μου, που σιγά-σιγά έγιναν απ’ τα σάλια τους αδιάβροχες και κρατούσαν μέσα νερό. Όταν γέμιζαν οι τσέπες μου, τα ’βαζα στη σκούφια μου, ένα μαύρο πανί στρογγυλό στο κεφάλι μου σαν αυτό, που έχουν οι καλόγεροι. Αλλά και οι μανίκες μου απ’ τον αγκώνα και κάτω, που σκούπιζα τις μύξες απ’ τη μύτη μου, έγιναν κι αυτές αδιάβροχες.
Στα Μαγγανάρια και μες στην ταράτσα είχαμε στρωμένα φελίκια και στην άκρη πλάκες. Κάτω απ’ αυτές βάζαμε το βράδυ τα τσαρούχια για να ’ναι το πρωί μαλακά.
Κάποτε, λοιπόν, πήγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου στο Αγρίνιο και πήρε σταφιδόπανο χοντρό. Απ’ αυτό μου ’κοψε η μάννα μου με την κοπανέλα (σουγιά)-γιατί φαλίδι δεν υπήρχε-δύο βρακιά. Τα ’ραψε με ράμματα και σούφρα, για να τα δένω στη μέση, με λουρίδα απ’ το ίδιο. Ήταν μακριά τα βρακιά ως τον αστράγαλο και είχαν και χαμηλά σκοινιά, για να τα δένω. Ήταν δε πολύ πλατιά που χωρούσαν δύο σαν εμένα.
Όταν μου έραψε το ένα μου το φόρεσε. Ήταν κολατσιό. Μου είπε: Γιώργο, τώρα, που έχεις και βρακί θα πας ψωμί του πατέρα σου, αλλιώς δε σου φκιάνω το άλλο. Πράγματι πήρα το σακούλι, το ’βαλα στις πλάτες και ξεκίνησα. Πήρα ένα ανηφοράκι. Ήταν λόγγος από κουμαριές και φελίκια. Βαδίζοντας έκανε το βρακί μου ρυθμικά χράπα-χρουπ, χράπα-χρούπ, σαν να μου ’δινε βήμα κληρωτού στρατιώτη.
Ενώ ανέβαινα το δρομάκι της πλαγιάς, βλέπω να κατεβαίνει κάποιος καβάλα σ’ ένα μουλάρι. Αμέσως σκέφτηκα πως αυτός, ακούοντας το ρυθμό του βρακιού μου, θα γελάσει και κρύφτηκα, στο λόγγο, παράμερα του δρόμου, πίσω από μια τούφα.
Αυτός δε με κατάλαβε. Μα το μουλάρι, όμως που μ’ είχε καταλάβει, δίσταζε να περάσει και το ζόριζε να περάσει. «Ντε διάολε», του είπε και πέρασε τότε φριμάζοντας.
Τη Λαμπρή, που πούλησε τα’ αρνιά ο πατέρας, μου πήρε και τσαρούχια ξεπέτσωτα, αλλά χωρούσαν και τα δυο μου πόδια στο ένα. Ή δεν του ’κοβε το μυαλό για το μέγεθος του ποδιού ή τα πήρε μεγάλα, για να τα ’χω για χρόνια. Όταν ξεκινήσαμε για τα βουνά τα φόρεσα και στο δρόμο μ’ έβαζαν να πατάω στα νερά, για να μαζέψουν. Καλύτερα να ’μουν χίλιες φορές ξυπόλυτος, παρά το χάλι ,που τράβηξα. Μου ’βγαιναν απ’ τα πόδια και μου ’καμαν σακκούλες.
Σ’ αυτή τη θέση στα Μαγγανάρια, πέρασα τυχαία μετά τριάντα χρόνια και χωρίς να ξέρω πού ήταν γνώρισα τον τόπο, που κρύφτηκα για το χράπα-χρουπ του πρώτου μου βρακιού. Ήμουνα με τη μακάρια τη γυναίκα μου τότε και της διηγήθηκα το γεγονός της ηλικίας μου των έξι χρόνων.

τα φωτίκια…

Την άλλη χρονιά μου ’στειλε ο νουνός μου τα φωτίκια (απ’ το φώτισμα, βάπτισμα), όπως τα ’λεγαν τότε:
Τσαρούχια με παρδαλές φούντες, σκαλτσοδέτες, σκάλτσες, φουστανέλλα, ζωνάρι, ντουλαμά, πουκάμισο με φαρδιές μανίκες με χάρτσια και σκούφια.
Μου τα φόρεσαν το απόγευμα της Λαμπρής. Αλλά καλύτερα να μην τα φορούσα.
Όλα τα παιδιά του χωριού μαζεύτηκαν γύρω μου σαν να ’μουνα αρκούδα. Άλλο έπιανε τις μανίκες, άλλο τη φουστανέλλα, άλλο τις κάλτσες. Με θαύμαζαν και γω καμάρωνα.
Ήταν πρωτοφανές αυτό για το χωριό μας. Δεν ξανά ’χαμε ιδεί τέτοια φορεσιά. Αυτές ήταν οι επιζήσεις μου από τα πρώτα καινούργια ρούχα.

τα φαγητά μας

Ως προς τα φαγητά μας ήταν κι αυτά πρωτόγονα:
Κρέας μόνο τα Χριστούγεννα βλέπαμε με καμπρολάχανο φκιαγμένο ή το φθινόπωρο, που σφάζανε καμιά παλιόγιδα ή όποτε γκρεμίζονταν κανένα.
Τόση ήταν η επιθυμία μας, που τη σαρακοστή φκιάναμε με την ξαδέρφη τη Γιαννούλα πάνω στις κοτρώνες σκαλούλες και υπολογίζαμε πως εκεί θα στηρίζεται η σούφλα με τους μεζέδες. Πού όμως να περισσέψει από τόσο λαό να μας δώσουν να ψήσουμε…
Οι μεγάλοι τρώγανε σε μεγάλο σοφρά. Κι από κάτω σ’ άλλον εμείς τα παιδιά.
Ανάμεσα στους μικρούς και τους μεγάλους ήταν η θεια Ανθούλα, με το κακάβι δίπλα της.
Εμείς τα παιδιά είχαμε κούπες ξύλινες, που τις έφκιανε ο πατέρας μου, που ήταν πελεκάνος.
Οι μεγάλοι έτρωγαν στα σαγάνια. Όλοι με ξύλινα κουτάλια απ’ τον πατέρα φκιασμένα. Αν θέλαμε ψωμί ή φαγητό ακόμα ζητούσαμε κρυφά απ’ τη θειά μας, ψιθυριστά ή με σκούντημα
Την εποχή εκείνη, οι πιο πολλοί ενήλικες νόμιζαν τους μικρούς μικρομεγάλους. Νόμιζαν πως, αφού δεν πεινούσαν αυτοί, ΄λόγω ηλικίας, δεν πεινούσαν και οι μικροί. Ο ίδιος ο πατέρας μου στο χωριό με πήρε απ’ τη Γρεντζελούλα να πάμε στα πρόβατα στο βουνό, που ήταν και σιτάρια.
Μ’ άφησε στην άκρη στο σιτάρι νηστικό κι αυτός πήγε για λαγό. Μέχρι να γυρίσει το γιόμα, πέθανα από την πείνα κι από την κούραση, τρέχοντας για τα πρόβατα μη μπούνε στο σιτάρι. Όταν ήρθε μου ’πε: «Θα πείνασες, έ»;
Το κύριο φαγητό μας ήταν γάλα, όσπρια και γαλαχτερά.
Από γλυκά ούτε ιδέα δεν είχαμε. Μόνο, όταν πήγαινα στη μανιά (=γιαγιά) μου ’δινε ζάχαρη και μάλιστα κρυφά απ’ τα εγγόνια των παιδιών της. Μου ’δινε πάντα και αυγό.
Η ξαδέρφη μου η Γιαννούλα με παρακαλούσε να την πάρω κι αυτή να της δώση αυγό. Πράγματι την πήρα και της έδωσε κι αυτής. Στο δρόμο όμως περνώντας σε νερά γλίστρησε και της έπεσε στις πέτρες και έσπασε.
Άρχισε τα κλάματα και η μάνα μου, που ήταν μαζί μας, της έταξε ότι θα της δώση άλλο άλλη φορά. Έτσι μοιραστήκαμε το δικό μου.
Πριν πάω στο σχολείο. Κοιμόμουνα στην κρεββάτα του σπιτιού.
Πέρα απ’ τα μεσάνυχτα σηκώθηκα για κατούρημα. Κάτω απ’ το σπίτι μας ήταν το σπίτι του Τσιλιμέκη. Παντρεύονταν η αδελφή του.
Σκέφτηκα πως, αν πάω στο γάμο, κάτι θα μου δώσουν να φάω. Σκοτάδι. Άνοιξα την πόρτα και πήγα. Στάθηκα απέξω. Μέσα κόσμος, κουβέντιαζε τργούδαγε. Φώτα; Λαδολύχναρα.
Μπαινόβγαιναν γυναίκες. Κανένας δεν μου ’δινε σημασία. Στ’ απάνω μέρος της αυλής ήταν κληματαριά. Στο πεζούλι ένα καζάνι με μια κουτάλα.
Ανακατεύω, δοκιμάζω. Ήταν ρύζι, απομεινάρια από κρέας. Ρούφηξα λίγο. Μεζέ δεν πρόλαβα να πιάσω. Τραβώ τη μυξιασμένη μανίκα μου και βάζω το χέρι. Κόκκαλα βρήκα. Με παράπονο έφυγα, γλείφοντας το χέρι και ξαναπήγα για ύπνο.
Μια άλλη φορά, που παντρεύονταν ένα κορίτσι του Ζαγκαναριστείδη κι έπαιρνε τον Αντρέα Τσοκάρα, ήμουν με άλλα απιδιά στο τραπέζι. Μας είχαν στο καλύβι του αλωνιού.
Κρέας με ρύζι φάγαμε. Εμάς τα υφαντόπουλα μας περιποιούνταν ιδιαιτέρως ο Αποστόλης ο ξάδερφος της νύφης.
Εκεί στο τραπέζι ήρθε απρόσκλητη να φάη και η Μποκογιώργαινα. Γι’ αυτό και της έλεγαν: «Συμπέθερος ακάλεστος, γάιδαρος στο παχνί»…
Στο γάμο του μπάρμπα-Σταύρου, αδερφού της μάνας μου, ήμουνα. Δε χωρούσαμε και μας πήγαν στο διπλανό σπίτι του Αλεξοκώστα. Εκεί θυμάμαι την πρεβέντα. Ένα ψωμί σαν λαγάνα κεντημένο.
Σ’ ένα άλλο γάμο, ενός Δημάκη, ήμουνα μπροστά με όλα τα παιδιά, δίπλα στο φλαμπουριάρη. Ο πατέρας μου ήταν μάγειρας και κομμάτιαζε το ψητό. Τον πλησίασα και μου ’δωσε, όσο το αντίδωρο και μου ’πε: «Φύγε από δω, γιατί θα ντροπιαστώ». Ήταν πολύ τυπικός.
Έξι ή εφτά χρονών πρωτοείδα πορτοκάλι. Είχε φέρει η αδερφή μου η Χρύσω απ’ το Ρεντσπέρ (σημερινός Άγιος Νικόλαος), που ξεχείμαζαν. Δεν ξέραμε πώς τα καθαρίζουν κι άρχισα να το τρώω, όπως έτρωγα τα μήλα, με τη φλούδα.
Ψάρια πρωτοείδα, όταν ξεχειμάζαμε στα Μαγγνάρια, που ’φερε ο πατέρας μου. Μου ’κανε εντύπωση που δεν είχαν τρίχες καιδεν έκλειναν τα μάτια τους. Γιατί εγώ ήξερα πως τα ζώα έχουν βλέφαρα. Γι’ αυτό ροσπαθούσα να τους τα κλείσω, αλλά στα χαμένα.
Κάποτε πήγα με τον πατέρα μου πιο κάτω από την ταράτσα μας σ’ ένα χάνι του Σταθοκώστα και κει πρωτοείδα τσοπέλες σύκα και σταφίδα.
Το παιδί του Σταθοκώστα ο Μήτσος μου’ δωσε σύκα και σταφίδα. Μου φάνηκαν εξαιρετικά. Για πρώτη φορά έτρωγα.
Εκεί στα μαγγανάρια και πιο πέρα απ’ την ταράτσα μας ήταν ένας γαύρος (δέντρο). Τις περισσότερες φορές τρώγαμε λαψάνες (παληολάχανο των χωραφιών). Ένα βράδυ, μόλις κλείσαμε τα πρόβατα, πήγαινα προς την ταράτσα με το μπάρμπα μου το Σταύρο.
Αυτός ρώτησε τη μάνα μου τι φαΐ έχει και μόλις άκουσε λαψάνες είπε: «Να πάνε στο διάβολο να μην τις ξαναϊδώ δώθε από το γαύρο».
Όταν ήμασταν στα Μαγγανάρια, με πήρε ο Δημήτρης ο ξάδερφός μου, και πήγαμε στα Γουρναρέϊκα. Ήταν παντρεμένη εκεί η Μαρία η αδερφή του. Θυμάμαι πως χόρτασα γουρνίσιο κρέας.
Άλλη μια φορά ο πατέρας μου είχε στήσει ένα δόκανο (σίδερο). Βγαίνοντας έξω άκουσε την αλεπού να σκούζει. Μ’ άφησαν εκεί και πήγαν με τη μάνα μου να την ξεπιάσουν, όπως κι έγινε.
Μια φορά ο Κώστας έπιασε στο σίδερο (δόκανο) ένα λαγό και τον έφερε στο καλύβι. Έκανε και κοκορετσάκι τα εντόσθια και το φάγαμε. Ήταν για μας πολύ ωραίο, που είχαμε μήνες να δούμε κρέας.

ζωοκλοπές

Στ’ αλώνι του σπιτιού μας, ένα βραδάκι, καθόταν ο Δημήτρης ο ξάδερφός μου. Μου μίλησε και μου ’δωσε κρέας. Ήταν κλεμμένο. Και μια άλλη φορά στου Κυνηγού είχε ρίξει στη γάστρα κρέας κι απ’ έξω φύλαγε η Φώτω η αδερφή του. Κατά σύμπτωση ερχόταν η μάνα του. Μίλησε η Φώτω κι αμέσως το ’βγαλε γρήγορα και το σκέπασε στο πεζούλι με κάπες. Δεν θυμάμαι, αν έφαγα απ’ αυτό.
Μια μέρα βρέθηκε στην Κρύα βρύση ο Βασίλης Δημάκης του Νασιοκώστα, όπως τον λέγαμε. Ζήλεψε τον τραχανά μας και μας ζήτησε. Του δώσαμε. Κι αυτός έπειτα μας έδωσε από ένα κομμάτι κρέας και μας είπε πως ήταν λαγός ψημένος. Μάζεψε και τα κόκαλα για το σκυλί του, το Γαλάνη. Αργότερα, που μεγάλωσα, κατάλαβα πως ήταν από κλεμμένο σφάγιο.
Ακόμη θυμάμαι πως μέσα στον οντά του σπιτιού μας, είχε δεμένο το απόσπασμα το Βλάση (Σπροβλάση τον λέγαμε εμείς), γιατί είχε κλέψει κάτι γίδες.
Στον οντά θυμάμαι, επίσης και τον Αντριοκώστα, μπάρμπα του Σπροβλάση, που τον είχαν κι αυτόν για κλεψιά. Τον έπιασαν πιο κάτω από το σπίτι.μας.
Απέξω απ’ το σπίτι μας ήταν ο σωρός με τα ξύλα. Στρατιώτες- θυμάμαι- κυνηγούσαν τις κότες του Ανδρεόπουλου. Ανακατεμένες οι κότες της γειτονιάς τρύπωναν και με ρώτησε ένας ποια είναι του Ανδρεόπουλου. Και του ’δειξα μια κόκκινη κότα και τη χτύπησε με το ξίφος στο κεφάλι.

Ο Πάστρας

Εκεί μέσα θυμάμαι το απόσπασμα που ’ρθε για το ληστοφυγόδικο Δ. Πάστρα.
Στο απόσπασμα ήταν κι ο Γιώργος Υφαντής, πρώτος μου ξάδερφος.
Ο Πάστρας είχε επικηρυχθεί. Αποσπάσματα και χωριάτες έπιασαν τα περάσματα να τον βαρέσουν.
Χτύπησε η καμπάνα στο χωριό. Συγκεντρώθηκαν άνδρες με ντουφέκια και φύγανε για το βουνό.
Στου Καρακαηδόνη το διάσελο προς την Αράχωβα φύλαγαν Αραχωβίτες.
Πέρασε ο Πάστρας με το σύντροφό του τον Καραγκούνη, τους βρήκαν κι έμαθαν το σκοπό τους.
Ήθελε να κατεβή στην Αράχωβα να ξεφύγη. Έμαθε πως ένα μονοπάτι δεν ήταν πιασμένο. Κατέβαιναν από εκεί, αλλά παραφύλαγαν χωροφύλακες και τους σκότωσαν.
Το απόσπασμα του Προυσού δεν το έμαθε. Είχε πληροφορίες πως τον κρύβαμε εμείς. Έφτασαν νύχτα 20 άνδρες. Πιάσανε καρτέρια και στείλαν στο σπίτι το Γιώργο (Υφαντή) με 4 άλλους να πει στους δικούς μας να τον παραδώσουμε.
Ήταν νύχτα. Ο Γιώργος μπήκε μέσα. Ξύπνησε τον πατέρα και του είπε σχετικά.
Τότε έμαθαν πως ο Πάστρας προ δυο ημερών σκοτώθηκε.
Στείλαν έπειτα και ήρθαν και οι άλλοι. Έφαγαν, χόρεψαν στον οβορό και έφυγαν. Ένας εύζωνας είχε λάστιχο σ’ ένα δάχτυλό του.
Απ’ τη ζωή μου στο χωριό της γέννησής μου, μου μένουν άσβεστα μερικά γεγονότα:
Σε πολύ μικρή ηλικία, που ήμασταν στο βουνό -στον Ίταμο-δεν ήξερα πως πέρα απ’ τον ορίζοντα είναι και άλλος κόσμος. Κι όταν είδα τον ξάδερφό μου το Δημήτρη στην κορυφή του βουνού είπα στην ξαδέρφη μου πως θα πέση κείθε κατά το Θεό.
Τις διακοπές για τα Χριστούγεννα με πήγαινα στο Μακρυχώραφο στα γίδια. Όπου κοιμόμουν μ’ ένα παλιοκαπί κι έπιανα καλογιάννους μες το καλύβι, που ’ρχονταν για ψίχουλα.
Φύλαγα τα κατσίκια κι έτρεχα όλη μέρα κλαίγοντας, που δεν μπορούσα να τα μαζέψω. Είχα τρομάξει από τα φίδια κι όταν έβλεπα ρίζες λαχτάριζα μήπως ήταν φίδια.
Τον Ιούλιο μήνα, πήγαινα με τον Αποστόλη, τον ξάδερφο, από το Μακρυχώραφο επάνω ξυπόλυτοι κι οι δυο. Πατούσαμε πάνω στις πέτρες, που έκαιγαν, γιατί, αν πατούσαμε πάνω στο χώμα, ήταν αγκάθια.
Έτσι, πηδώντας σαν πέρδικες, πιάσαμε και τα καλλιεργημένα χωράφια. Ήταν καλαμπόκια τσιτσούνες, όπως τα ’λεγαν. Το καρπούζι τους ως πέντε πόντους.

Το γλυκό της θεια-Πέτραινας

Μου μένουν αξέχαστα πως ανέβαινα στο τζάκι και μαδούσα τα κρεμασμένα σταφύλια κι ακόμη πως έκλεβα το γλυκό της θειά-Πέτραινας.
Κι έφαγαν ξύλο ο γιος της ο Αποστόλης κι ο αδερφός μου ο Φώτης, νομίζοντας πως το φάγανε αυτοί. Όπως κάθονταν γύρω στη φωτιά, τους έπιασε απ’ τ’ αυτιά και τους χτύπαγε τα κεφάλια κι έλεγε με νεύρα: «Γιατί φάγατε το γλυκό, γιατί το φάγατε»!
Εγώ χαμήλωσα το κεφάλι και περίμενα, αλλά δεν έβανε με το νου της ότι θα μπορούσε να το είχα φάει εγώ. Αργότερα, που της πήγαινα πάστες, της έλεγα ότι τις πήγαινα, για να ξεχρεωθώ και γελούσε με την καρδιά της.

στην Κρύα βρύση

Το καλοκαίρι μας πήγαιναν στην Κρύα Βρύση, πολύ ωραίο μέρος. Εκεί φυλάγαμε τις κότες, χουχτώντας όλη μέρα, για να φεύγουν τα γεράκια Κάθε πρωί βράζαμε τραχανά ρίχνοντας μέσα και γάλα από μια μαρτίνα γίδα, τη Σαββάτω, την κουτσοκέρα, που είχαμε εκεί.
Εκτός από τις κότες που προσέχαμε, μαζεύαμε κλωνάρια και φλούδες ελατιών, για να ’ρθουν οι γυναίκες να τα κουβαλήσουν για το χειμώνα. Μαγειρεύαμε και φασόλια. Αλάδιαγα όμως. Γιατί το λάδι ήταν κάτι ανώτερο από φάρμακο στο χωριό.
Κάθε μέρα κατέβαινε με τη σειρά του ένας από μας στο χωριό. Πήγαινε στο τσαντίλι τ’ αυγά της ημέρας κι έπαιρνε το απόγευμα ψωμί, φαγητό ή και λίγο βούτυρο, στο κολοκυθόφυλλο τυλιγμένο.
Μια φορά πήγαινα προς την Κρύα Βρύση ένα τσουκάλι με φασόλια ξεσπειριστά. Στο δρόμο όμως άρχισα να ρουφάω τα φασόλια κι έτσι λιγόστεψαν. Για να μην καταλάβουν τα’ άλλα παιδιά, όταν έφτασα στη θέση Πλατανιά, που ήταν νεράκι, γέμισα πάλι το τσουκάλι, τ’ ανακάτεψα μ’ ένα ξύλο κι έτσι φάγαμε το βράδυ.

Ο μπαρμπα-Σταύρος

Των Αγίων Αποστόλων, που κάναμε πανηγύρι, ήρθε ένας γυρολόγος μ’ ένα κουτάκι με καθρεφτάκια, βελόνια, κουπανέλες, κ.λ.π. Ζήλευα τις σουγιές, γιατί ήθελα να φκιάνω σκανταλάρια για παγίδες πουλιών. Όμως με τι να την πάρω; Εκεί έκανε βόλτες ο μπάρμπας μου ο Σταύρος και πιάστηκα από το σακκάκι του. Κατάλαβε ότι κάτι ήθελα και με ρώτησε. Του είπα τι θέλω και μου έδωσε μια δεκάρα και μου πήρε το σουγιά. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη.

Ο Αποστόλης

Είχε κατεβεί στο χωριό ο ξάδερφός μου ο Αποστόλης. Σουρούπωσε και δεν φάνηκε. Αρχίσαμε να φωνάζουμε. Αλλά τίποτες. Αυτός ήταν κρυμμένος κάτω απ’ την πεζούλα κι αφού νύχτωσε καλά, πετάχτηκε ανεβαίνοντας τον τοίχο και μας έσκιαξε.
Το πρωί, που ξυπνήσαμε είδαμε στην ανατολή κάτι σύννεφα πελώρια ν’ ανεβαίνουν.
Τον ρωτήσαμε τι είναι-ήταν ο μεγαλύτερος-και μας είπε πως είναι κορομηλιές της Αμερικής. Εγώ, του είπα τότε, γιατί δεν ανεβαίνει να φωνάξει ο Θανάσης του Ζαγκαναριστείδη-ήξερα πως ήταν στην Αμερική- αλλά δεν τον ήξερα. Και μου απάντησε πως είναι μακριά και δεν ακούγεται.
Κάποιο βράδυ ο ο Αποστόλης έδεσε έξω από το καλύβι τον αδερφό μου το Μήτσο και τον αδερφό του το Χρίστο, με τριχιά σε μια κορομηλιά, γιατί έφαγαν από την τέντζερη φασόλια την ώρα που εμείς πήγαμε για ξύλα. Καθώς προχωρούσε η νύχτα άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν.
Το καλοκαίρι του 1910 βρέθηκα με τον Κώστα και τον Αποστόλη προς το Μεαλώνι με τα γίδια. Εγώ κοιμόμουν κι αυτοί τα παραβόλιαζαν. Στο μεταξύ είχε φέξει κι είχα ξυπνήσει. Ήμουν κουλουρίδα σε μια παλιόκαπα σ’ ένα ριζοσπήλι. Άκουα βουή. Στρέφω τα μάτια και βλέπω απ’ τη δύση να τρέχει προς την ανατολή ένα κόκκινο ταψί με ουρά μεγάλη κι έπειτα κρύφτηκε. Ήταν κομήτης. Αργότερα έλεγαν στο χωριό πως έπεσε σε μια λίμνη κι απ’ τον κρότο απόρριξαν όλες οι γυναίκες της περιοχής…

το κατευόδιο

Αργότερα, όταν ήμουν στο Ελληνικό σχολείο, είχα ρθει στο χωριό και πήγα στην Κρύα Βρύση με τον αδελφό μου το Μήτσο. Ξέραμε πως το πρωί θα φύγουν οι επίστρατοι. Τοιμάσαμε φυσίγγια του γκρα με μπαρούτι και με αβζότι σε μια τρύπα και το πρωί, που ακούσαμε πυροβολισμούς- πυροβολούσαν οι επίστρατοι απ’ το χωριό-εγώ άρχισα να φωνάζω «ώρα καλή» κι ο Μήτσος με λούρα αναμμένη έβανε φωτιά. Αυτοί μας απαντούσαν με πυροβολισμούς. Δεν καταλαβαίναμε τι κίνδυνο διατρέχαμε να σκοτωθούμε απ’ τους κάλυκες.

Τα γιατροσόφια

Ιατρική περίθαλψη ήταν εντελώς άγνωστη. Όποιος αρρώσταινε έπρεπε να πεθάνει, εκτός κι αν η φύση τον έκανε καλά. Ο αδερφός μου ο Γάκιας κι ο ξάδερφός μου ο Χρίστος πέθαναν, χωρίς να ξέρει κανένας από τι πέθαναν.
Μια φορά είχα φάει πολλά κουκιά και μ’ έπιασε φοβερός πόνος στην κοιλιά. Ούτε ορθός ούτε δίπλα.
Τ’ άλλα παιδιά φώναξαν τη μάνα μου κι ήρθε απ’ το χωράφι και με πότισε ένα κουτάλι διαλυμένη μπαρούτι και αμέσως μου πέρασε.
Άλλες δυο φορές, που με χτύπησε ο αδερφός μου στο μέτωπο και στο πίσω μέρος του κεφαλιού με πέτρα, μου ’βαζαν ένα χορτάρι- το σακοθρόφι.
Και τις δυο φορές με χτύπησε ο αδερφός μου ο Φώτης, που ήταν πολύ ιδιότροπος:
Την πρώτη στεκόμουν έξω στη σκάλα του σπιτιού και μ’ έσπρωξε και πήγα 3-4 σκαλιά με τα μούτρα κάτω. Χτύπησα στο μέτωπό μου και μια πέτρα μου ’σπασε το κόκκαλο.
Την άλλη ήμουνα στα Στρέμματα με τα μαρτίνια κι αυτός περνούσε για το βουνό κι ήθελε να πάω κι γω μαζί του και μου ρίχνει μια πέτρα και με χτυπάει στο πίσω μέρος και μου ’σπασε το κόκαλο. Το αίμα γέμισε τα ρούχα μου. Το βράδυ το είδε η μάννα μου. Έκαμε πολύ καιρό να κλείση.
Άλλοτε πάλι είχαν πρηστεί οι βελανίδες μου και υπέφερα. Με πήγε ο πατέρας μου απέναντι στην Ποταμούλα σε μια γρια ξαδέρφη του-Γαλανογιώργαινα την έλεγαν- και μου τις ξόρκισε το βράδυ έξω στ’ αστέρια και μου πέρασαν.

Το τέλος της μανιάς

Κοιμόμουν πάντα με τη μανιά (γιαγιά) μου. Ένα βράδυ βγήκε να πάρει ξύλα έξω. Μες το σπίτι τσακωνόταν η Χρύσω κι ο Φώτης τ’ αδέρφια μου. Φώναξε τη μάνα μας και της είπε: «Τι διάολο κάνει και δεν τα μαζεύει να τους δώσει να φάνε».
Σα γύρισε μέσα κάθισε στο παραγώνι, γέλασε πολύ δυνατά και βουβάθηκε. Το βράδυ την πλησίασα, για να κοιμηθώ, όπως πάντα και δεν μ’ άφησαν.
Έλεγαν πως την ώρα, που βγήκε έξω, πάτησε σε τραπέζι διαόλου κι «έπαθε». Ύστερα από λίγες μέρες, ενώ καθόμασταν στο παραγώνι κι αυτή ήταν απέναντί μας ακουμπισμένη στο χέρι, την είδαμε να σκύβη. Ξεψύχησε.
Φωνάξαμε τους μεγάλους. Γιατί την ώρα αυτή δεν ήταν κανένας εκεί. Γιατρός δεν την είδε, γιατί δεν υπήρχε στην περιοχή, αλλά και να ’ταν με τι να τον έφερναν. Η φτώχια ήταν το μόνο καλό στον τόπο αυτό.

το σχολείο

Στο σχολείο πήγα εφτά χρονών, στην πρώτη τη μεγάλη. Πήγαιναν έξι χρονών στην πρώτη τη μικρή.
Δάσκαλο είχαμε στην πρώτη το μακαρίτη τον Καλογερά. Πολύ αυστηρός. Ξύλο στην ημερησία διάταξη. Μου άρεσε πολύ η απαγγελία των ποιημάτων, που έκανε. Τόσο χτυπούσαν στην ψυχή μου, που πολλά μ’ έκαναν να δακρύζω (όπως π.χ. η κόρη του Ιωάννου Γαλάτη).
Πολλές φορές έλεγα να γινόμουν δάσκαλος, όπως και έγινε.
Μια άλλη φορά θυμάμαι διηγούνταν ο δάσκαλος τη μάχη του Φαλήρου με τον Καραϊσκάκη και πώς σκοτώθηκε.
Μας έλεγε πως ήταν πεδιάδα. Κι εγώ φανταζόμουνα την πεδιάδα σαν μια ξέρα που ’χε το ρέμμα κάνα στρέμμα- γιατί αλλού ίσιωμα δεν είχαμε.
Τη διήγηση του δασκάλου την πήρα αμέσως. Είπε έπειτα να πη το μάθημα ο ξάδερφός μου ο Αθανάσιος Βρυκόλακας. Δεν το ήξερε. Σήκωσα το χέρι και μ’ έβαλε να το πω. Το είπα. Με διέταξε να παω να τον φτύσω. Δίσταζα. Με φοβέριξε. Και πήγα και τον έφτυσα.
Θυμάμαι ένα παιδί, που λεγόταν Σπυρουιάννης (Ιωάνν. Σπυρ. Σταθοκωστόπουλος). Είχε σπειριά στο κεφάλι. Φορούσε σκούφια και κάθονταν σταυροπόδι στο πάτωμα. Μια μέρα τον έδειρε ο δάσκαλος και, σαν ήταν ανοιχτή η πόρτα, έφυγε.
Κατά διαταγή του δάσκαλου άρχισαν να τον κυνηγούν τα παιδιά της τετάρτης τάξης-ως εκεί ήταν το Δημοτικό τότε. Το θέαμα ήταν κωμικοτραγικό. Φωνές, κακό πηδήματα σε πεζούλες. Αλλά τελικά δεν τον έπιασαν.
Στη Βα τάξη, μετά απ’ τις διακοπές του Χριστού, περιμέναμε το δάσκαλο αλλά δεν ήρθε.
Εκεί που βαδίζαμε στο δρόμο εγώ κι ένα άλλο παιδί, βρήκαμε έναν που ’ρχονταν απ’ τον Προυσό. Τον ρωτήσαμε για το δάσκαλο. Μας είπε πως έσπασε το μπαλκόνι του σπιτιού του και χτύπησε. Φεύγοντας κάναμε το σταυρό μας λέγοντας: «Παναΐα μ’ να πεθάνη»!
Στη συνέχεια αρρώστησε από φθίση ο Καλογεράς κι ήρθε ο παπα-Τσόλκας από την Κορίκιστα Καταβόθρα).
Πότε έκανε και πότε δεν έκανε μάθημα. Πιο πολύ ξύλο έριχνε, παρά μάθημα έκανε.
Δίκιο είχε, γιατί δεν ήξερε και τίποτες. Ξύλο μονάχα αλύπητο. Πάντα ακουμπισμένοςστην έδρα. Πολλές φορές έλεγε: «Κάποιος είναι στο δρόμο, έρχεται να πάω στο χωριό μου»! Και περιέργως αλήθευε.
Τη Λαμπρή πήγα και τραγούδησα. Μου είχε ορίσει την παρέα ο δάσκαλος: Εγώ ο Κώστας ο ξάδερφός μου, ο Γιώργος Ματζάρας, ο Κώστας Σταθογιάννης, ο Γιώργος Σταθογιάννης (Μπαλωμενογιώργος), ο μτέπειτα ηγούμενος Προυσού.
Νύχτα έφτασαν δυο στο σπίτι και νύχτα πήγαμε στα Σταθέικα (μισή ώρα). Στο σπίτι του Κώστα Σταθογιάννη μας έβαλε η μάνα του το πρώτο αυγό.
Πήραμε τα σπίτια με τη σειρά. Στου Μπαλωμενογιώργου έφυγε η μάνα του και θύμωσε και είπε: «Μπαλωμένισσα έφυγες, για να μη μας δώσεις αυγό». Βρήκε το κλειδί και πήρε 2-3 να εκδικηθεί. Η Παλιοσπύραινα κι ο παππούλης μου ο Γιαννάκης μας έδωσαν η πρώτη ένα εικοσάρι κι ο δεύτερος δυο δεκάρες και δυο αυγά. Μαζέψαμε περί τα 60 αυγά και χρήματα δε θυμούμαι πόσα.
Για τετράδια τις περισσότερες φορές μας έπαιρναν δεκάρι χαρτί και το ράβαμε.
Κάποτε μου ’φεραν ένα τετράδιο. Σκέφτηκα πιο καλά είναι να το διπλώσω. Πήρα βελόνι, το δίπλωσα, το έραψα κι έγραψα την αριθμητική μου.
Το απόγευμα, πηγαίνοντας στο σχολείο, περίμενα να μου πει ο δάσκαλος μπράβο.
Μας φώναξε και πήγαμε στην έδρα. Πήγα πρώτος. Μόλις το είδε μου είπε:
«Μπακάλης είμαι και μου ’φερες τέτοιο δεφτέρι»; Και μου ’ριξε έξι λουριές και με διέταξε να σταθώ όρθιος να φάω κι άλλες. Εκεί, που στεκόμουν, μου ’φυγε το κάτουρο σιγά-σιγά και μούσκεψε το βρακί μου
Έλεγα με το μυαλό μου πως τέτοιο τετράδιο έχει και ο μπακάλης ο νουνός του πατέρα μου, που κατάγονταν από τα’ Αλέστια. Τον ήξερα που ’ρχονταν στο πανηγύρι. Δεν ήξερα τι πα να πει μπακάλης, γιατί στο χωριό δεν υπήρχε μαγαζί.
Όταν τελείωσε όλους μου ’ριξε άλλες έξι και τα δάχτυλά μου μάζεψαν. Το ψωμί το ’πιανα με τους γρόθους το βράδυ, για να φάω.
Δυο μέρες την πέρασα κρυμμένος στον κήπο, τρώγοντας πρασσόφυλλα. Την τρίτη μέρα με πρόδωσαν τα παιδιά, αλλά εγώ δεν ήθελα να πάω.
Ώσπου μια μέρα, περνώντας ο δάσκαλος έξω από το σπίτι του μίλησε η θειά Χαρλαμίνα με αυστηρό τρόπο. Κι αυτός της είπε πως έκανε λάθος και να πάω και δεν θα με ξαναδείρη. Έτσι πήγα ξανά με κρύα καρδιά.
Οι μπαρμπάδες μου φιλοξενούσαν πολύ κόσμο και πάντοτε τον ταχυδρόμο, που ’μενε τα βράδια στο σπίτι μας. Τον έβαζαν να μας κάνει έλεγχο σε γνώσεις και τετράδια.
Θυμάμαι που μας είπε να πούμε το εμποροκομομπορομετεωροφέναξ, για να μας καλλιεργήσει τη γλώσσα.
Στις αρχές της τρίτης τάξεως έφυγα για το Μεσολόγγι.

Advertisements
Αναρτήθηκε από: papailias | 8 Ιουλίου 2010

πρόλογος

Όταν κάποιος δέχεται κάποιες ευεργεσίες από κάποιους, συχνά τις θεωρεί αυτονόητες. Όπως συμβαίνει και με τις ευεργεσίες, που δεχόμαστε απ’ το Θεό.
Πιστεύουμε ότι όλα αυτά, που μας περιβάλλουν βρέθηκαν και λειτουργούν, έτσι, στην τύχη. Κι ο ήλιος που μας ζεσταίνει τη μέρα. Και το φεγγάρι, που μας φωτίζει τις νύχτες. Και η Γη μας, που σαν διαστημόπλοιο στροβιλίζεται μέσα στο αχανές και μας προσφέρει τα όσα μας προσφέρει. Κι ακόμη πιο πέρα όλο το απέραντο θαύμα του σύμπαντος, μέσα στο οποίο μας ταξιδεύει ο θεός.
Έτσι κι εγώ. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι πίσω απ’ την απλόχωρη καρδιά του μπάρμπα μου του Γιώργου, του δάσκαλου, κρυβόταν μια ζωή πολύπαθη και περιπετειώδης, που την καλή φύση του χαρακτήρα του τη σμίλεψε και την έκανε αφάνταστα καλύτερη.
Έτσι που αυτό το παιδάκι, που ξεκίνησε απ’ τα απελπιστικά φτωχά χώματα του Δοβίτσινου (σημερινό Σταυροχώρι), από υπηρέτης, που είχε σαν πρωταρχικό του καθήκον το κατροκάνατο του αφεντικού του, να γίνει ένας θαυμάσιος άνθρωπος και δάσκαλος.
Και το είδα και το κατάλαβα μέσα απ’ την αυτοβιογραφία του. Η οποία αποτελεί τον καθρέφτη, όχι μόνο της δικής προσωπικότητας, αλλά και μιας ολάκερης εποχής (του πρώτου μισού του 20ου αιώνα).
Η αυτοβιογραφία του δεν είναι γραμμένη από τη σκοπιά ενός επαγγελματία γραφιά. Που αφηγείται κάποια περιστατικά στο όνομα μιας όποιας ιδεολογίας και για χάρη του ενός ή του άλλου προσώπου ή κατεστημένου Ή της μιας και της άλλης εξουσίας, που υπηρετεί.
Αλλά ενός ανθρώπου, που προέρχεται από τα σπλάχνα του ιδιαίτερα και εξαιρετικά φτωχού λαού και σ’ όλη του τη ζωή παραμένει με το μέρος του λαού. Του οποίου, μέσα από το πρίσμα της προσωπικής του ζωής αφήνει να διαφαίνονται οι περιπέτειες και τα βάσανα.
Ενώ ταυτόχρονα διαθέτει την οξυδέρκεια ενός πολύπειρου και πολύπαθου ανθρώπου. Που παράλληλα δεν του λείπει και η δαψιλής πνευματική καλλιέργεια. Κι όχι μόνο λόγω σπουδών, αλλά και λόγω της δια βίου παιδείας, που την είχε κάνει πολυεπίπεδο τρόπο ζωής.
Η αυτοβιογραφία του, βέβαια, δεν ολοκληρώθηκε. Αλλά διακόπηκε απότομα. Ίσως λόγω της αρρώστιας του, που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο (Αύγουστος του 1969). Που σημαίνει ότι δεν πρόλαβε να την επεξεργαστεί ο ίδιος.
Αυτό όμως δεν στερεί την αφήγηση από την αξία και σημασία της. Και το σημαντικότερο την αλήθεια της.
Παρότι, όπως προανέφερα η αυτοβιογραφία του δεν ολοκληρώθηκε και δεν πρόλαβε να την επεξεργαστεί, έχει τη χάρη της θαυμάσιας αφηγηματικότητας, που είχε ο ίδιος ως δάσκαλος και συνομιλητής.
Έτσι που θεώρησα σκόπιμο να μη παρέμβω, παρά σε σημεία, που ήταν δυσνόητα ή δυσανάγνωστα. Λόγω των πολλών παραπομπών και των σημειώσεων στα περιθώρια του χειρογράφου. Γιατί βέβαια ο γραφικός του χαρακτήρας είναι πανέμορφος και απαράμιλλος.
Και ασφαλώς ήταν αναπόφευκτο, όσα εκείνος δεν πρόλαβε να γράψει, να τα καταγράψω συμπληρωματικά από την προσωπική μου πείρα ή από πληροφορίες άλλων.
Όπως των θυγατέρων του Ειρήνης και Αλεξάνδρας, που αφηγούνται διάφορα αξιοσημείωτα περιστατικά. Ή του μαθητή του, του δάσκαλου Αθανάσιου Πούλου. Ο οποίος μας δίνει μια εικόνα της ζωής και της πολιτείας του μπάρμπα-Γιώργου, όταν ήταν δάσκαλος στη Δερβέκιστα (σημερινή Ανάληψη). Και άλλων…

Αναρτήθηκε από: papailias | 29 Ιανουαρίου 2010

ο πατέρας μας

Στο σπίτι μας σχεδόν κάθε βράδυ είχαμε φιλοξενούμενο. Από επιθεωρητές μέχρι ζητιάνους και τσιγγάνους.
Μια βραδιά φιλοξενούσαμε δυο γέρους ζητιάνους, με κάτι μεγάλα μουστάκια, κάτασπρα. Πάει ο ένας ν’ ανάψει το τσιγάρο του στο φως, που ήταν κρεμασμένο στο τζάκι και πιάνουν τα μουστάκια του φωτιά…
Τρέχει ο πατέρας μου να σβήσει τη φωτιά. Κι εμείς τα παιδιά πεθάναμε στα γέλια!…

Αγαπημένο σπορ του πατέρα μου, το κυνήγι. Ιδιαίτερα το καλοκαίρι, που δεν είχε σχολείο. Γύριζε καμαρώνοντας όταν έφερνε πέρδικες. Και με πιο πολύ καμάρι, όταν έφερνε λαγούς.

Όταν ήμουν μικρή, στο δημοτικό σχολείο, θα μου μείνει αξέχαστη η αγωνία της Μάνας μου, όταν ο πατέρας μου έφευγε για το κυνήγι. Ώσπου να γυρίσει στο σπίτι, πότε ήταν στην πόρτα και πότε στο παράθυρο, για να κοιτάζει, αν έρχεται. Κι όταν ερχόταν δεν έλεγε τίποτε.
Μόλις μεγάλωσα του είπα:
Όταν θα πηγαίνεις για κυνήγι, θα λες ακριβώς την ώρα, που θα γυρίζεις, γιατί δεν μπορώ να ζω την αγωνία της μάνας μου κάθε μέρα.
Κι έτσι έγινε.

Ήμασταν μικρά, καθισμένα στο τραπέζι να φάμε. Κι ο αδελφός μου ο Γιάννης πάντοτε έλεγε: «Στην ειρήνη έβαλες πιο πολύ και πιο καλό φαγητό».
Μια μέρα ο πατέρας μου-ίσως κουρασμένος, ίσως, για να τον φρονιμέψει-πέταξε το πιάτο έξω από το παράθυρο, λέγοντας στη Μάνα μου: Δεν θα του δώσεις τίποτε να φάει!…

Κάποιο Σάββατο βράδυ ο Θανασιάς (ο χασάπης του χωριού) έσφαξε αρνί κι έψησε κοκορέτσι.
Μου φαίνεται πως βλέπω τον πατέρα μου να ’ρχεται με το κοκορέτσι στο χαρτί. Να βάζει από ένα στο στόμα μας και το τελευταίο να το τρώει αυτός.

Πάμε εκδρομή στη Ναύπακτο με το λεωφορείο. Μεγάλο γεγονός! Δεν είχαμε ξαναδεί θάλασσα.
Τα μικρά, ξέροντας από τη λίμνη Τριχωνίδα ότι το νερό πίνεται, άρχισαν να πίνουν θαλασσινό νερό και αηδίασαν.

Πάμε εκδρομή στο Μεσολόγγι. Στο Ηρώο έβλεπα τα αγάλματα και νόμιζα ότι είναι ζωντανά. Και πατούσα με το δάχτυλό μου, νομίζοντας ότι θα είναι μαλακό το μάρμαρο…
Θυμάμαι τα γέλια, που έκανε ο πατέρας μου.

Το Θέρμο είχε πανηγύρι τη γιορτή της Αγίας Τριάδας.
Πάει ο πατέρας μου στην εκκλησία. Τον χαιρετήσανε οι γνωστοί Θερμιώτες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ράφτης του.
Μα κανείς δεν τον κάλεσε για μουσαφίρη, όπως συνηθιζόταν. Ενώ αυτοί όλοι είχαν φιλοξενηθεί-σε ανάλογες περιπτώσεις- από τον πατέρα μου, στο σπίτι.
Την άλλη μέρα πήγε στο ραφείο και λέει στο ράφτη:
-Γιάννη ράψε μου τα κουμπιά από το σακάκι μου!
-Γιατί δάσκαλε; Ρωτάει ο ράφτης
-Γιατί μου τα κόψατε χθες τραβώντας με από το σακάκι ποιος , για να με πρωτοφιλοξενήσει στο σπίτι του!…

Όταν, στη, διάρκεια του εμφυλίου, φύγανε από τα ορεινά χωριά, κάποιες οικογένειες ήρθαν στο Πετροχώρι. Οπότε και τα παιδιά τους έγιναν μαθητές του σχολείου μας.
Ο πατέρας μου παράγγειλε πάγκους, στους οποίους έβαλε να κάθονται τα παιδιά, λέγοντας: Άντε στους φιλοξενούμενους δίνουμε τις καλύτερες θέσεις…

Τις πρώτες μέρες της σχολικής χρονιάς τις αφιέρωνε, για να μαθαίνουν τα παιδιά τρόπους καλής συμπεριφοράς:
Πώς να σκουπίζουν α πόδια τους, πώς ν’ ανοίγουν και να κλείνουν, χωρίς θόρυβο τις πόρτες, πώς να μένει καθαρός ο χώρος του σχολείου…

Ο σεβασμός έλεγε στα άψυχα, στα ζώα και στους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο που είναι πραγματικά άνθρωπος.

Μας νοιαζόταν για το καθετί, από το πιο απλό, μέχρι το πιο σπουδαίο: Να φτιάξει σπίτια στις γυναίκες, όπως έλεγε. Παίρνοντας δάνειο, αγόρασε σπίτι για τα κορίτσια και οικογενειακό τάφο για την αγαπημένη του Σοφία, για να μην της πετάξουν τα κόκαλα.

Ερχόταν σε όλα τα μέρη, που δούλευα. Ήλθε στο Λιά της Θεσπρωτίας. Και κατεβήκαμε στην Ηγουμενίτσα να τον ξεναγήσω. Πήγαμε να φάμε στην ταβέρνα ψητό ψάρι.
Αφού το παραγγείλαμε περιμέναμε. Και κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, κόσμος έτρωγε κι εμείς περιμέναμε…
Φώναξε, λοιπόν, ο πατέρας μου το γκαρσόνι και του λέει:
-Δεν μου λες, παιδί μου, ήλθαν τα ψάρια απ’ τον Ατλαντικό;
Το παιδί γέλασε και, σε λίγο, ήλθε, επιτέλους, το φαγητό…

Βρισκόμαστε στη λίμνη Τριχωνίδα, ανήμερα στη γιορτή του πατέρα μου. Πήγαμε να εκκλησιατούμε στον Αϊ-Γιώργη στο Φουτμό.
Η φύση ήταν στην ωραιότερη στιγμή της. Όλο το βουνό ανθισμένο. Η λίμνη με την ολάνθιστη, απ’ τις πικροδάφνες παραλία της.
Και θυμάμαι, που έλεγε:
«Μωρέ να μην υπάρχει ένα μηχάνημα να αποθανατίσω αυτή την ομορφιά»!
Βλέπεις τότε δεν υπήρχαν τα μέσα για βιντεοσκοπήσεις, που υπάρχουν σήμερα.

Ήλθε στα Γιάννενα να ιδεί πώς τα περνάω στην καινούργια θέση μου, στο ορφανοτροφείο θηλέων Ιωαννίνων.
Η χαρά ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, που μετά από πολλά χρόνια ήλθε πάλι στην αγαπημένη του πόλη, τα Γιάννενα, που έζησε πέντε χρόνια, σπουδάζοντας στην Ακαδημία.
Και πού δεν πήγαμε! Μέχρι και με το μόνιππο κάναμε βόλτες, γύρω-γύρω στη λίμνη.
Πόσες και πόσες αναμνήσεις δεν του ήρθανε στο μυαλό. Και μου τις έλεγε με το χαρακτηριστικό τρόπο, που μόνο αυτός ήξερε να διηγείται.

Έρχομαι στην Αθήνα, παραμονή των Χριστουγέννων από τον Αστακό.
Τον βρίσκω καταβεβλημένο και να αναπνέει με δυσκολία. Μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο και την τρομερή βιοψία διαπιστώνεται η τρομερή αρρώστια, που δεν έπαιρνε καμιά θεραπεία.
Έρχεται στο σπίτι και πονάει αφόρητα.
Η αδελφή μου έζησε το Γολγοθά της αρρώστιας του. Εξαιτίας της οποίας έφυγε τελικά στις 12-08-1969.
Ίσως τον κάλεσε ο Θεός να διδάξει, να συμβουλέψει και να πει διάφορα αστεία, με το μοναδικό τρόπο, που εκείνος ήξερε, για να διασκεδάσει τις ψυχές στον Κάτω κόσμο.
Με το χαμό του αισθάνθηκα τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μου.
(αφήγηση της θυγατλερας του Αλεξάνδρας)

Στα χρόνια της κατοχής ο πατέρας μας μετέφερε από τη Ραΐνα, οπου ζούσαν τ’ αδέρφια του, με τα αλογομούλαρα, σιτάρι, καλαμποκι και άλλα τρόφιμα, μαζί με την αδελφή του τη βασίλω.
Έπεσε όμως σε μπλόκο (Γερμανοράλληδων; ανταρτών; δεν θυμάμαι). Του έσχισαν τα σακιά, προκειμένου να ιδούν μήπως έκρυβαν κάποιο ύποπτο περιεχόμενο.
Πήρε η αδελφή του τα αλογομούλαρα και γύρισε στο χωριό και αυτόν τον ανέβασαν σε κάποιο αυτοκίνητο για τα περαιτέρω..
Ευτυχώς βρέθηκε κάποιος γνωστός, που τον γνώριζε και τον άφησε ελεύθερο.
Κι έτσι, χωρίς τα τόσο απαραίτητα στα χρόνια της κατοχικής πείνας, τρόφιμα, γύρισε στο Πετροχώρι, ακολουθώντας δρόμους απόκεντρους.
Κι ευχαριστούσε το Θεό, που γλίτωσε από τα χειρότερα. Κι ασφαλώς, όχι μόνο ίδιος, αλλά κι εμείς, που με μεγάλη αγωνία τον περιμέναμε, καθώε καθυστερούσε αδικαιολόγητα…
(αφήγηση της θυγατέρας του Ειρήνης)

Αναρτήθηκε από: papailias | 15 Ιανουαρίου 2010

ο μπάρμπας μου ο δάσκαλος

Όταν κάποιος δέχεται κάποιες ευεργεσίες από κάποιους, συχνά τις θεωρεί αυτονόητες. Όπως συμβαίνει και με τις ευεργεσίες, που δεχόμαστε απ’ το Θεό. Πιστεύουμε ότι όλα αυτά, που μας περιβάλλουν βρέθηκαν και λειτουργούν έτσι στην τύχη. Κι ο ήλιος που μας ζεσταίνει τη μέρα. Και το φεγγάρι, που μας φωτίζει τις νύχτες. Κι η Γη μας, που στροβιλίζεται μέσα στο αχανές και μας προσφέρει τα όσα μας προσφέρει…

Έτσι κι εγώ. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι πίσω απ’ την απλόχωρη καρδιά και την ψυχή του μπάρμπα-Γιώργου, του δάσκαλου, κρυβόταν μια ζωή πολύπαθη και περιπετειώδης, που την καλή φύση του χαρακτήρα του τη σμίλεψε και την έκανε αφάνταστα καλύτερη. Έτσι που αυτό το παιδάκι, που ξεκίνησε απ’ τα απελπιστικά φτωχά χώματα του Δοβίτσινου, να γίνει ένας θαυμάσιος άνθρωπος και θαυμάσιος δάσκαλος.

Και το είδα και το κατάλαβα μέσα απ’ την αυτοβιογραφία του. Η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε. Αλλά διακόπηκε απότομα. Ίσως λόγω της αρρώστιας του, που τελικά τον οδήγησε στο θάνατο (Αύγουστος του 1969).

Δεν πρόλαβε να την επεξεργαστεί ο ίδιος. Αφού βέβαια δεν πρόλαβε ούτε καν να την ολοκληρώσει. Κι όμως έχει τη χάρη της θαυμάσιας αφηγηματικότητας, που είχε σαν δάσκαλος και συνομιλητής. Έτσι που θεώρησα σκόπιμο να μη παρέμβω, παρά σε σημεία, που ήταν δυσνόητα ή δυσανάγνωστα. Λόγω των πολλών παραπομπών και των σημειώσεων στα περιθώρια του χειρογράφου. Γιατί βέβαια ο γραφικός του χαρακτήρας είναι απαράμιλλος.

Και ασφαλώς ήταν αναπόφευκτο να καταγράψω συμπληρωματικά από πληροφορίες άλλων ή και από την προσωπική μου πείρα κάποια ελάχιστα από όσα εκείνος δεν πρόλαβε να γράψει.

Η πρώτη ανάμνηση, που έχω από το μπάρμπα-Γιώργο, το δάσκαλο, ήταν προς το τέλος της γερμανικής κατοχής(Φθινόπωρο του ’44).

Οι κακούργοι του Γ.΄ Ράιχ είχαν κάμει μια επιδρομή, ακολουθώντας τη διαδρομή, που οδηγεί από το Αγρίνιο προς τον Άγιο Βλάση: Κανονιοβολισμοί, πολυβολισμοί, κλπ. Κι εμείς, «όπου φύγει-φύγει». Πήγαμε και κρυφτήκαμε στο πίσω μέρος της Τέμπλας (το βουνό στα ανατολικά της Ραΐνας, κάτω από κάτι μεγάλες κοτρόνες. Και μαζί μας και ο μπάρμπα-Γιώργος.

Είχε ρθει να ζητήσει απ’ τον πατέρα μου και το μπάρμπα-Φώτη σιτάρι, καθώς εκείνη τη χρονιά είχαν καλή σοδειά. Αλλά-όπως αργότερα ειπώθηκε-δεν του δώσανε. Με αποτέλεσμα να το πάρουν οι πλιατσικολόγοι ράλληδες και άλλα κλεφτρόνια. Κι εμείς να καταλήξουμε να ζητιανεύουμε και να ξενοδουλεύουν οι μεγαλύτεροι, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε.

Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, απ’ τον τόπο, όπου είχαμε κρυφτεί, σχετικό με το μπάρμπα-Γιώργο,  ήταν ότι μια αλεπού τρομοκρατημένη απ’ το κανονίδι ήρθε καταπάνω μας και κατέληξε πάνω στα πόδια του. Ύστερα απ’ το περιστατικό αυτό μας άφησε και, πεζοπορώντας, μέσα απ’ την ενδοχώρα, ξαναγύρισε στην οικογένειά του, στο Πετροχώρι.

Στις αρχές όμως του ’45 κανόνισαν με τον πατέρα μου να με αναλάβει ο μπάρμπα-Γιώργος, για να παρακολουθήσω τα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου στο Πετροχώρι. Κι έτσι για δέκα περίπου χρόνια έζησα μέσα στην οικογένειά του για δέκα περίπου χρόνια, χωρίς καμιά διάκριση, σαν ένα από τα παιδιά του.

Πρέπει να ήταν Μάρτης ή Φλεβάρης του ’45. Με τον πατέρα και τη θεια τη Βασίλω ξεκινήσαμε για το Πετροχώρι. Η μάννα μου θέλησε να με αποχαιρετήσει, φιλώντας με. Αλλά εγώ την έσπρωξα, λέγοντάς της ότι «δεν θέλω φίλημα από γυναίκες».

Συγκοινωνιακά μέσα τότε ήταν τα αλογομούλαρα. Κι στη δική μας περίπτωση πρέπει να ήταν ο Μάρκος (μουλάρι) με τον Καρά (άλογο). Ξεκινήσαμε πρωί νύχτα και φτάσαμε στο Πετροχώρι αργά το απόγευμα. Απ’ τη διαδρομή θυμάμαι ελάχιστα πράγματα. Αυτό, που μ’ εντυπωσίασε-μια και δεν ξανά ’χα ιδεί λίμνη-ήταν η Τριχωνίδα.

Όταν φτάσαμε μ’ αγκάλιασε η θεια-Σοφία, προσφωνώντας με «ρήγα μου». Στα ξαδέρφια μου, το Γιάννη, τη Ρήνα και την Τσάντα (Αλεξάνδρα), έκανε εντύπωση η προφορά του «σ» στη λέξη τέσσερα, που γινόταν πιο συριστικό, καθώς εγώ το πρόφερα τέσσιρα.

Επίσης θυμάμαι που ο μπάρμπας έβαλε τη θεια-Βασίλω, που τραγουδούσε όμορφα, να τραγουδήσει κάποιο κλέφτικο τραγούδι. Αν δεν με απατά η μνήμη πρέπει να ήταν μεταξύ των άλλων και το «Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια». Όπως αργότερα έβαζε και μένα να τραγουδάω, που υποτίθεται ότι τραγουδούσα καλά.

Την επόμενη μέρα πήγα στο σχολείο, όπου μικροσκοπικός, όπως ήμουνα και κακοντυμένος, έγινα αντικείμενο της γενικής περιέργειας. Ο συνάδελφος του μπάρμπα μου, Γιώργος Παπακώστας, με κοίταζε σαν ένα ζωάκι, για το οποίο ο Θεός δύσκολα θα μπορούσε να δικαιολογήσει το γιατί το ’φερε και το διατηρούσε στη ζωή.

Τα άλλα παιδιά ήταν προχωρημένα. Πρέπει να είχαν αρχίσει τα μαθήματα λίγο πριν ή και μετά τα Χριστούγεννα του ’44, δηλαδή μετά τη φυγή των Γερμανών. Και προκειμένου ο μπάρμπας να με προσαρμόσει στο σχολικό πρόγραμμα, για να μπορώ να παρακολουθώ τα άλλα παιδιά εφάρμοσε για την περίπτωσή μου μια ιδιαίτερη μέθοδο:

Δεν μου μάθαινε ένα -ένα τα γράμματα, αλλά μου μάθαινε ολόκληρες λέξεις. Έγραφε με τα ωραία του γράμματα πάνω στα διάφορα αντικείμενα (πόρτα, εικόνα, τραπέζι, καρέκλα, κλπ) την ονομασία τους κι εγώ έγραφα και μάθαινα τις λέξεις.

Η σχολική αυτή χρονιά δεν τέλειωσε με τις διακοπές του καλοκαιριού, επειδή, λόγω των Γερμανών, είχε αρχίσει καθυστερημένα. Θα τελείωνε, αν θυμάμαι καλά, τα επόμενα Χριστούγεννα.

Κάπου εκεί στις τελευταίες μέρες, πριν τις διακοπές του καλοκαιριού, η ξαδέρφη μου η Ρήνα ρώτησε το μπάρμπα, αν εγώ θα μπορούσα να προβιβαστώ. Και, όπως θυμάμαι, ο μπάρμπας της είπε: θα ιδούμε το Φθινόπωρο.

Μετά τις διακοπές των μαθημάτων, η αναχώρησή μου για τη Ραΐνα καθυστέρησε, επειδή θα ’πρεπε να βρεθεί κάποιος να με συνοδεύσει. Στο διάστημα, που μεσολάβησε, μέχρι την αναχώρησή μου, επειδή δεν είχα τι να κάνω, πήρα και διάβαζα την ελληνική μυθολογία. Κι απ’ ο, τι θυμάμαι, κάποια μέρα διάβασα κάπου δεκατρείς σελίδες. Αυτό σήμαινε ότι είχα λύσει το πρόβλημα της  ανάγνωσης. Ενώ το πρόβλημα της αριθμητικής το είχα ήδη λυμένο, δεδομένου ότι και προτού πάω στο σχολείο ήξερα να κάνω με ευχέρεια αριθμητικούς υπολογισμούς.

Όταν γύρισα στη Ραϊνα, είχα πάει στο σπίτι του μπάρμπα μου του Φώτη, ο οποίος έγραφε μια επιστολή στον γιο του τον Αλέκο, που ήταν αστυφύλακας. Όπου, όπως φαίνεται, του έκανε αυστηρές συστάσεις, επειδή ο Αλέκος ως νέος ήταν αρκετά ζωηρός. Κι εγώ, όπως στεκόμουνα πίσω του, άρχισα να διαβάζω φωναχτά αυτά, που έγραφε. Έτσι, που, όταν κατάλαβε τι γινόταν, αιφνιδιάστηκε και είπε: «Μωρέ, τι έπαθα, αυτό εδώ ξέρει να διαβάζει»!

Πρέπει και στη διάρκεια του καλοκαιριού να διάβαζα. Γιατί το φθινόπωρο, όταν ξαναπήγα στο Πετροχώρι, είχε προπορευθεί η φήμη ότι μπορούσα να διαβάζω οποιοδήποτε βιβλίο. Έτσι, που μόλις έφτασα τα μεγαλύτερα παιδιά, για να διαπιστώσουν τις ικανότητές μου, με βάλανε να διαβάσω Ευαγγέλιο, γραμμένο με ψιλά γράμματα.

Αυτό σήμαινε ότι από τελευταίος μαθητής, που ήμουνα πριν απ’ τις καλοκαιρινές διακοπές, όταν επέστρεψα όχι μόνο είχα καλύψει τα κενά, που είχα σε σχέση με τ’ άλλα παιδιά, αλλά και απόχτησα, διαβάζοντας, και πρόσθετες γνώσεις.

Το ενδεικτικό της Α΄ το πήρα με εννιά, ενώ, αν θυμάμαι καλά, η Ντίνα η Δημητρίου (του Τσιτσοκίτσιου) είχε προβιβαστεί με δέκα.

Ήταν αναπόφευκτο να είσαι στο Πετροχώρι και να μη σου βγάλουν παρατσούκλι, πράγμα, που συνέβη και στην περίπτωσή μου. Μια μέρα έψαχνα τον ξάδερφό μου το Γιάννη. Τον βρήκα με άλλα παιδιά μπροστά στο σπίτι του Πρικατέα (Αντώνη Παπαστεργίου). «Ιδώ είσι ουρέ Καλοϊάννε (Καλογιάννε), του είπα. Ε, αυτό ήταν! Αμέσως μου το κόλλησαν το παρατσούκλι (Καλογιάννος). Κι όπως ήμουνα μικροσκοπικός μου ταίριαζε και μου άρεσε.

Ο μπάρμπας και η θείτσα  ήταν αυτό, που λέμε, άγιοι άνθρωποι. Κι όχι μόνο, γιατί κοντά στα τρία παιδιά τους, παρότι φτωχοί, υιοθέτησαν κατά κάποιο τρόπο κι εμένα, αλλά και γιατί ο τρόπος, που ζούσαν ήταν υποδειγματικός. Ποτέ δεν τους θυμάμαι να μάλωσαν μεταξύ τους. Ο μπάρμπας συχνά νευρίαζε για διάφορα πράγματα, αλλά ποτέ δεν καυγάδιζε με τη θείτσα ή με μας τα παιδιά.

Η μόνη φορά, που έφαγα μια λουριά στο σχολείο απ’ το μπάρμπα, ήταν, όταν έπιασα μια ψείρα μέσα στο τσουράπι μου και επειδή δεν ήξερα τι να την κάμω την ξανάφησα στη θέση της. Το πρόσεξαν τ’ άλλα τα παιδιά και φώναξαν: «Κύριε, ο Λίας βρήκε μια ψείρα»!

Ο τρόπος της διδασκαλίας του ήταν πολύ παραστατικός. Αξέχαστες θα μου μείνουν οι αφηγήσεις του σχετικά με τη Γέννηση (παραμονές Χριστουγέννων) και τα Πάθη του Χριστού (παραμονές των διακοπών του Πάσχα). Ήταν αληθινές μυσταγωγίες.

Αλλά ήταν δάσκαλος και με τη γενικότερη έννοια. Γιατί όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν δίδασκε. Μικρούς και μεγάλους. Χρησιμοποιώντας συχνά παραβολές και παραδείγματα. Απ’ τα διαβάσματά του και την πολύπαθη εμπειρία του.

Είχε πέρα απ’ την επιστημονική και εγκυκλοπαιδική κατάρτιση. Το περιοδικό του Ήλιου και το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ήλιου ήταν από τα βασικά εργαλεία, με τα οποία φρεσκάριζε το πνευματικό του οπλοστάσιο.

Ήταν πολύ ευσυγκίνητος άνθρωπος. Θυμάμαι, όταν διάβαζε «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού», που έκλαιγε. Κι ίσως σ’ αυτό συντελούσε και το γεγονός ότι στο μεταξύ είχε πεθάνει και οι τρεις αδελφές του και ο αδελφός του ο Φώτης.

‘Ένα πρωί, ξημερώνοντας, τον ακούσαμε να κλαίει. Και, επειδή απορούσαμε για το τι συμβαίνει  και ανησυχούσαμε, η θεια η Σοφία ήρθε και μας είπε ότι έκλαιγε, επειδή είχε πληροφορηθεί το θάνατο της  αδελφής του της Βασίλως.

Ο μπάρμπας ήταν μανιώδης κυνηγός. Έστηνε παγίδες και έπιανε ζωντανές πέρδικες. Είχε πάντα μια-δυο στο κλουβί, που τα πρωινά κελαηδούσαν. Κι άλλοτε πάλι τις καλούσε με κάποια-δεν θυμάμαι, αν ήταν μεταλλικά ή κοκάλινα-όστρακα, με τα οποία αναπαρήγαγε το λάλημα της πέρδικας.

Πράγμα, που ο πατέρας μου έκανε, παίζοντας με τα δάχτυλα στα χείλη του. Που το είχε μάθει και σε μένα. Και θυμάμαι, όταν  κάποιο πρωί ξύπνησα στο Μκρύλακκο στην Κερασιά, όπου, δωδεκάχρονος, φύλαγα τα πρόβατα του μπάρμπα μου του Μίδα του Σπυρόπουλου, άρχισα να καλώ τις πέρδικες, εκείνες ανταποκρίθηκαν, καθώς ήταν πολλές μέσα στο ελατόδασος.

Ο μπάρμπας μου ο Γιώργος ήταν πολύ σεβαστός στο χωριό. Σεβασμός, που αντανακλούσε ακόμη και σε μένα. Που όταν επέστρεφα απ’ τη Ραΐνα στο Πετροχώρι, ύστερα απ’ τις διακοπές, με καλωσόριζαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. Και γενικώς μου έδειχναν μεγάλη αγάπη.

Γενικά οι Πετροχωρίτες ήταν πολύ φιλόξενοι άνθρωποι. Το φθινόπωρο, όταν τρυγούσαν τ’ αμπέλια τους, έφερναν ο καθένας ένα ή και περισσότερα καλάθια στο δάσκαλο. Και, επειδή δεν γινόταν να φαγωθούν όλα ναζί, ο μπάρμπας τα κρεμούσε και τρώγαμε σχεδόν μέχρι τα Χριστούγεννα.

Και τα Χριστούγεννα, που έσφαζαν τα γουρούνια έφερνε ο καθένας το ταΐνι για το δάσκαλο. Που επίσης τα κρεμούσε ο μπάρμπας και τρώγαμε για πολλές μέρες μετά τις γιορτές.

Θυμάμαι μια φορά στεκόμουνα στην πλατεία κάτω απ’ τη λότζα του Σπύρου του Στίγκα (Νάκου). Κι απέναντι στου Κορομπίλη (της Βηθλεέμ) ο Θανασιάς (Θανάσης Σαγώνας), ο χασάπης, είχε ψήσει και πουλούσε κοκορέτσι. Εγώ βέβαια δεν είχα λεπτά. Αυτός με πρόσεξε και μόλις τελείωσε το πούλημα, μάζεψε σ’ ένα χαρτί αρκετά απομεινάρια και μου τα ’φερε.

Άλλοτε πάλι θυμάμαι, που μαζί με τη Ρήνα, την ξαδέρφη μου, κόβαμε καπνόριζες στον Κάμπο, κοντά στο Παλιοπήγαδο. Έκανε ζέστη και είχαμε κουραστεί και στεγνώσει από τη δίψα. Δίπλα μας υπήρχαν αμπέλια, αλλά για μας ήταν αδιανόητο να κόψουμε σταφύλια. Όμως στο μεταξύ ήρθε η Ματζουράνω (σύζυγος του Κώστα του Στίγκα), η οποία και μας πρόσφερε αρκετά σταφύλια, που ήταν για μας βάλσαμο και αμβροσία.

Τη θείτσα τη θυμάμαι, που κουβαλούσε από μακριά τεράστιες ζαλίγκες με πουρνάρες απ’ τον Παλιουργιά για το φούρνο. Κι άλλοτε πάλι, που μαζί με άλλες γυναίκες μιλούσαν για τις εγκυμοσύνες τους και εγώ, που δεν είχα πού να πάω, έπληττα ακούγοντάς τες. Μαγείρευε ωραία και πάντα στην  ώρα του, που ήταν, όταν σχολούσε ο μπάρμπας απ’ το σχολείο. Τον περιμέναμε να ξεπροβάλλει απ’ το στενό του Ροδαντώνη, με μεγάλους βηματισμούς, καθώς συνηθίζουν να περπατούν οι ορεσίβιοι.

Το πρόβλημα της ενδυμασίας μου ήταν λυμένο. Όπως συνηθιζόταν τα χρόνια εκείνα-οι μικρότεροι να φορούν τα ρούχα των μεγαλύτερων-έπαιρνα τα ρούχα και τα παπούτσια του ξάδερφού μου, του Γιάννη. Που βέβαια μου ’πεφταν μεγαλούτσικα, μια και ήταν κατά ένα χρόνο μεγαλύτερος μου και επιπλέον εγώ ήμουνα και μικροκαμωμένος.

Ο Γιάννης ήταν δεινός σκοπευτής. Όταν πηγαίναμε για πουλιά με το λάστιχο (σφεντόνα), εγώ άντε να σκότωνα ένα δύο, ενώ εκείνος  δέκα και δεκαπέντε. Και βέβαια τα παιγνίδια και οι παιδικές μας περιπέτειές μας ήταν πάμπολλες.

Με την Αλεξάνδρα είχαμε πάει κάποτε στον Κάτω Δρόμο με τις γίδες, τη Ρίκα και την Κάκια. Και μια και δεν είχαμε τι να κάνουμε επιδοθήκαμε να καταστρέφουμε τα μπουτσίκια, χτυπώντας τα με ξύλα. Και βέβαια ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι θα μπορούσαν να μας εκδικηθούν και μάλιστα με πολύ οδυνηρό τρόπο. Γιατί, καθώς τα χτυπούσαμε, ο χυμός τους, που πετιότανε κι έπεφτε πάνω μας, μας προκάλεσε ύστερα από λίγο ανυπόφορη φαγούρα. Απ’ την οποία δεν θυμάμαι πως απαλλαγήκαμε.

Στο Πετροχώρι πήγα τις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και μετά συνέχισα στη Σκουτεσιάδα, για να ξαναπάω και πάλι στο Γυμνάσιο.

Όταν δίναμε εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο μας συνόδευε και ο μπάρμπας, αφενός, για να μας δίνει κουράγιο και αφετέρου να μας καθοδηγεί σχετικά με το τι θα έπρεπε να πούμε ή να γράψουμε.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά, που είχε νευριάσει με τα παπούτσια, που φορούσα. Γιατί η μισή η σόλα και το τακούνι ήταν ατόφιο σίδερο. Κι όπως ο δρόμος τότε δεν ήταν άσφαλτος, αλλά χαλικόδρομος, ακουγότανε σαν το ποδοβολητό μιας διμοιρίας φαντάρων. Τα παπούτσια αυτά ήταν εργόχειρο ενός τσαγκάρη απ’ την Καμαρούλα, που λεγόταν Κοτίνης. Και τα ’φκιανε έτσι, γιατί εκείνο, που ενδιέφερε την εποχή εκείνη, της μεγάλης φτώχειας, δεν ήταν η κομψότητα και η καλαισθησία, αλλά η στερεότητα.

Συχνά ο μπάρμπας μου ανέθετε διάφορες μικροδουλειές στο Θέρμο (ταχυδρομείο, κλπ). Σε μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις, για ν’ αγοράσω κάτι για το σπίτι, μου είχε δώσει ένα δεκάρικο, που εκείνη την εποχή είχε σημαντική αξία. Ιδιαίτερα για ένα φτωχό μισθοσυντήρητο, όπως ο μπάρμπας. Εγώ, λοιπόν, με αφορμή ότι ήθελα να τον ρωτήσω για κάποιο θέμα, νοίκιασα με το δεκάρικο ένα μοτοσακό, για να πάω απ’ το Θέρμο στο Πετροχώρι.

Με ρώτησε πού βρήκα τα λεφτά και νοίκιασα το μοτοσακό. Του είπα ότι πλήρωσα με το δεκάρικο. Στενοχωρέθηκε. Αλλά απλά περιορίστηκε να μου πει: Ε, μωρέ παιδί μου…

Μου έκανε εντύπωση πάντα η απλόχωρη καρδιά του. Ποτέ και για τίποτε δεν μου επέβαλε κανένα περιορισμό. Σε αντίθεση με το πατρικό μου σπίτι, όπου η μάννα μου ήταν αληθινός Κέρβερος, που δεν με άφηνε να ξεμυτίσω. Και η οποία μόλις πήγαινα να παίξω έστω και για λίγο με τ’ άλλα παιδιά, μου φώναζε: Λία να ρθεις ιδώ γλήγουρα!…

Μόνο μια φορά ο μπάρμπας μου έκαμε παρατήρηση. Πηγαίναμε με κάποιο φίλο μου και κάναμε καντάδα σε μια κοπέλα, για την οποία ο φίλος μου ήταν ενδιαφερόμενος. Και κάποιοι του το είπανε ή παραπονεθήκανε οι γονείς της κοπέλας:

Χάθηκαν, μου είπε, τόσοι άλλοι χώροι, για να τραγουδήσετε! Και πηγαίνετε εκεί και φέρνετε σε δύσκολη θέση τους ανθρώπους (τους γονείς της κοπέλας, δηλαδή), αλλά και μένα. Γιατί, αν σε δείρουν, αυτό θα είναι προσβολή για μένα. Και το χειρότερο είναι ότι δεν θα μπορέσω να προβάλω και καμιά δικαιολογία

Γενικά θα μπορούσα να πω ότι ο μπάρμπας και η θεια-Σοφία και γενικά όλη η οικογένειά τους μου πρόσφεραν πέρα απ’ τη στέγη και την τροφή και την απλόχωρη και αδιάκριτη αγάπη τους, αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε «ευ ζην»!

Γιατί για έναν άνθρωπο, που είχε-όπως εγώ- ιδιαίτερη αγάπη στο διάβασμα, το σπίτι του μπάρμπα ήταν ένας παράδεισος. Με τα βιβλία και τα περιοδικά και τα λεξικά, αλλά και η βιβλιοθήκη του σχολείου, που πάντα ήταν στη διάθεσή μου, ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός.

Kατηγορίες